σαπινδώδη

τα, Ν
βοτ. τάξη αγγειόσπερμων δικότυλων φυτών με 168 γένη και 2.500 περίπου είδη, κατανεμημένα σε 9 οικογένειες, από τα οποία τα περισσότερα είναι δένδρα ή θάμνοι, ορισμένα από τα οποία στις τροπικές περιοχές έχουν εδώδιμους αρωματικούς καρπούς.
[ΕΤΥΜΟΛ. Μεταφορά στην ελλ. ξεν. όρου, πρβλ. νεολατ. sapindales < sapindus (βλ. σάπινδος)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • πολυγαλίδες — οι, Ν βοτ. ονομασία οικογένειας σπερματόφυτων χωριστοπέταλων δικοτυλύδονων φυτών που περιλαμβάνει πόες και θάμνους και ανήκει στην τάξη σαπινδώδη. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. polygalaceae < polygala < πολύγαλα*] …   Dictionary of Greek

  • σάπινδος — ο, Ν βοτ. γένος αγγειόσπερμων δικότυλων φυτών που ανήκει στην οικογένεια σαπινδίδες τής τάξης σαπινδώδη, τής οποίας θεωρείται ως τυπικός εκπρόσωπος, και τού οποίου οι καρποί περιέχουν έως και 37% σαπωνίνες και σχηματίζουν άφθονο αφρό στο νερό,… …   Dictionary of Greek

  • σαπινδίδες — (Sapindaceae). Οικογένεια δέντρων. Είναι ιθαγενή της Άπω Ανατολής, συγγενικά με τις ιπποκαστανίδες, που, μαζί με τις οικογένειες των Ανακαρδιιδών, των Ακεριδών, των Ρουτιδών ή, κατ’ άλλους, των Σταφυλεϊδών, ανήκουν στην τάξη των σαπινδωδών… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.